Τα φτερά της πεταλούδας
Κίνηση. Όποιο δρόμο και να διαλέξεις για τη διαδρομή στο κέντρο, έχει κίνηση. Όμορφο, δεν λέω, που πάτε όλοι τόσο βιαστικοί;
Ρωτάω λοιπόν ένα περαστικό.
- Αδερφέ, που πάτε όλοι με τόση βιάση μέρα μεσημέρι;
- Καλά φίλε, δεν άκουσες τίποτα; Τώρα στο κέντρο, μια πεταλούδα ανοίγει τα φτερά της. Έχεις ξαναδεί πεταλούδες; Έχουν εξαφανιστεί τόσα χρόνια στη χώρα μας.
- Έχω ξαναδεί. Βασικά, έχω;
Μια σύγχυση απλώθηκε στη συζήτηση και βρήκε ευκαιρία να φύγει ο μπαγάσας. Τώρα έχω μείνει να σκέφτομαι αν έχω ξαναδεί πεταλούδα ή αν αυτή η εμμονή με τις ιστορίες με έχει τρελάνει και φαντάζομαι αναμνήσεις στο τίποτα. Λοιπόν, μια πεταλούδα πετάει πάντα κοντά σε λουλούδια. Το κέντρο της πόλης δεν έχει λουλούδια άρα, πρόβλημα. Μάλλον δεν έχω δει ποτέ πεταλούδα από κοντά, μιας και τα λουλούδια είναι απαγορευμένα. Οποιοδήποτε χρώμα είναι απαγορευμένο. Γκρίζο και μαύρο τα χρώματα του κέντρου, της πόλης, του κράτους.
Αρπάζω την τσάντα ώμου και τρέχω και εγώ στη πλατεία. Μια πεταλούδα θα ανοίξει τα φτερά της. Θα την δω από κοντά, θα μπορέσω να γράψω μια δική μου ιστορία μέσα από ένα δικό μου βίωμα. Έγινα και εγώ ένα με το μπουλούκι. Προσπαθούσα με ελιγμούς να φτάσω όσο πιο κοντά μπορούσα. Ένας ευγενικός κύριος μου επέτρεψε να περάσω μπροστά του. Λίγο πριν φτάσω στο κέντρο της πλατείας, πέφτω πάνω σε ένα σώμα. Αρχίζω να εκνευρίζομαι και ρίχνω ένα "Βλέπε ρε φίλε που πας!"
Ήταν η πεταλούδα. Όχι όχι, έκανα λάθος. Ήταν ένα ανθρωπόμορφο πλάσμα. Ένας πανέμορφος γυμνός άνθρωπος. Όλος ο κόσμος στεκόταν γύρω του. Μήπως, ήταν πράγματι η πεταλούδα; Εγώ τι κάνω τώρα; Να ζητήσω συγνώμη και να πάω δύο βήματα πίσω; Δεν είναι λίγο ηλίθιο ήδη το σκηνικό; Πππφφφφ.
Ανοίγει τα χέρια και με αγκαλιάζει.
Αυτά τα μάτια. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που είδα τέτοια υπέροχα ματιά, τέτοιο βλέμμα. Κοίταξε τον τρόμο στα μάτια μου και χαμογέλασε. "Μη φοβάσαι." είπε και η φωνή ζέστανε τα σωθικά μου. "Τα φτερά μου ανοίγουνε μόνο μπροστά στην αγάπη, στον έρωτα. Εκεί που μια καθάρια ψυχή ομορφαίνει." Χώθηκα ζεστά στην αγκαλιά που με κρατούσε.
Μικρές πολύχρωμες λωρίδες, άρχισαν να εμφανίζονται στην πλάτη εκεί που σμίγει ο σπόνδυλος. Δύο τεράστια φτερά με τα χρώματα του ουράνιου τόξου απλώθηκαν στην πλατεία. Μια φωνή θαυμασμού ταξίδεψε από στόμα σε στόμα σε όλη την πλατεία. Έβγαλε πόδια η φωνή και άρχισε να μπαινοβγαίνει σε σπίτι και να διαλαλεί τα νέα. "Μια πεταλούδα άνοιξε τα φτερά της στη πλατεία. Μια πεταλούδα με πολύχρωμα φτερά, γεννήθηκε στην πλατεία. Γέμισε η πλατεία χρώματα."
Όπως με κρατούσε αγκαλιά, ένιωσα ένα τράνταγμα. Μια ομάδα άρπαξε την πεταλούδα, και 2-3 άλλοι, προσπαθούσαν να της βγάλουν τα φτερά, δηλώνοντας περίτρανα ότι απαγορεύονται τα χρώματα."Ρε τι κάνετε εκεί; Θα πεθάνει ο άνθρωπος ρε. " φώναξα μέσα από τα πνευμόνια αλλά δεν μου έδινε κανένας σημασία. Αντ' αυτού, ένας από αυτούς που με κρατούσε, μου έριξε και ένα χαστούκι λέγοντας με ανώμαλο. Μου βαράει και μια στο κεφάλι και έπεσα κάτω σχεδόν αιμόφυρτος.
Μια κραυγή από το στόμα της πεταλούδας, ορθώθηκε στο κέντρο της πλατείας. Μόλις τα φτερά της ξεριζωθήκανε από την πλάτη, έγιναν χιλιάδες μικρά κομμάτια. Δεκάδες χιλιάδες, μικρές μικρές πεταλούδες. Πέταξαν πάνω από τα κεφάλια όλων και απλώθηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Απλώθηκαν και γέμισαν τις γειτονιές με χρώμα. Κάθε γειτονιά, μεγάλωνε νέες πεταλούδες, που θα φώτιζαν ξανά τον ουρανό.
Εγώ, έμεινα στην μέση της πλατείας, με μάτια γεμάτα δάκρυα και ένα άψυχο σώμα μιας πεταλούδας στα χέρια μου. Ο έρωτας γέννησε τα φτερά, το μίσος τα πήρε, αλλά η ελπίδα τους, απλώθηκε απ' άκρη σ' άκρη.
Πότε πότε, έρχεται και με βρίσκει για λίγο. Κοντά σε ένα λουλούδι, και ξαναφεύγει.